Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2009

Η υπερπροστατευτική ελληνική οικογένεια αποκτά την ακραία εκδοχή της στη νέα ταινία του Λάνθιμου.








Η ταινία του Λάνθιμου δεν έχει τόπο, ούτε χρόνο. Κανείς δεν μαθαίνει ποτέ τα ονόματα των μελών της οικογένειας που αποτελούν τους πρωταγωνιστές της, ενώ φυσικά δεν δίνεται κανένα στοιχείο ούτε για το έκτο μέλος που έχει δραπετεύσει. Και αυτή ακριβώς η άγνοια είναι που μεγεθύνει το μέγεθος του κενού που οδηγεί τις κινήσεις των θυμάτων μιας αυταρχικής αν όχι παρανοϊκής αντίληψης για την ανατροφή των παιδιών. Αλλά οι χαρακτήρες που υποδύονται η Αγγελική Παπούλια, η Μαίρη Τσώνη και ο Χρήστος Πασσαλής δεν είναι πλέον παιδιά. Ακόμη και το ευρύχωρο σπίτι τους ίσως δεν απέχει πολύ από μια φυλακή, αφού στην άκρη του κήπου, λίγο πέρα από την πισίνα υπάρχει ένας ψηλός φράχτης που δεν έχουν περάσει ποτέ. Ένας φράχτης που φοβούνται αλλά ταυτόχρονα αιχμαλωτίζει το βλέμμα τους.
Δεν ξέρω αν ο Κυνόδοντας είναι τόσο ένα σχόλιο πάνω στο μοντέλο της πυρηνικής οικογένειας, καθότι βασικός λόγος διάλυσης της είναι συνήθως η γονική απουσία και όχι η «διαφθορά» των νεότερων μελών από μια μολυσματική κοινωνία. Είναι πάντως μια εύστοχη μελέτη πάνω στις επιπτώσεις της στέρησης μιας στοιχειώδους κοινωνικοποίησης. Χωρίς καμία επαφή με τον έξω κόσμο – μοναδική επισκέπτης του σπιτιού για την κάλυψη των σεξουαλικών αναγκών του υιού είναι η Χριστίνα – τα «παιδιά» παρουσιάζουν μια μορφή συναισθηματικής αναπηρίας. Κοιτάνε και αγγίζουν τον κόσμο γύρω τους σαν να μη καταλαβαίνουν τι αντιπροσωπεύει. Η απόσταση αυτή βλέπεις ότι υπάρχει και μεταξύ τους, μέχρι που οι άνθρωποι-μαριονέτες αποφασίζουν να τραβήξουν τα δεσμά τους και να πλησιάσουν στα όρια. Εκεί που ακόμη και ο πόνος είναι καλύτερος από την απάθεια και ένα ουρλιαχτό καλύτερο από τη σιωπή.
Το βραβείο που κέρδισε ο «Κυνόδοντας» δεν είναι καθόλου τυχαίο, γιατί είναι μια ταινία που βασίζεται σε τρεις από τους πιο ταλαντούχους νέους Έλληνες ηθοποιούς, στο σενάριο ενός σκηνοθέτη που έχει αρχίσει ήδη και απασχολεί τη διεθνή σκηνή του κινηματογράφου και σε μια ομάδα που τελικά βλέπεις ότι «έδεσε» πολύ καλά. Χωρίς εφέ, χωρίς μπαναλιτέ ελληνικής καθημερινότητας και κυρίως με μια ατμόσφαιρα που απεμπολεί τη σοβαροφάνεια, ο ελληνικός κινηματογράφος μίλησε για μια ακόμη φορά σε ένα παγκόσμιο κοινό.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου